: Άλλοι σκαμνία δίγν᾿ ατον, άλλοι καυκία απλών᾿νε / και σο σκαμνίν ᾿κί κάθεται και το καυκίν ᾿κί παίρει. : καυκί το: (Βυζ.) και το πλεκτόν κοίλωμα της σφενδόνης, ένθα τίθεται ο βώλος. : Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ᾿ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ᾿ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητά τη φτώχεια οι κάτοικοί του < αρχ. : «Και στον άντρα είχα λόγια και στον καύκο μοιρολόγια.» καφάλιασμα το: η αναχώρηση, το φευγιό, συνήθως λεγόταν για τα μπουλούκια, τις ομάδες των χτιστάδων που cas ta froytakia μετακινούνταν για δουλειές (Γρεβενά). καφαρέλα η: είδος άγριου μικρού μανιταριού (γίνεται και γλυκό κουταλιού). καφτάνι το: φαρδύ και μακρύ, πολυτελές και συνήθ. επίσημο ένδυμα, που το φορούν οι άνδρες στην Aνατολή.
κατώι το: κατώγι, το ισόγειο πάτωμα ενός σπιτιού. : Επί τινα χρόνον έμενεν εις ένα κατώγι, δια ψυχικόν. Επήγαινε με τις βάρκες, εις ψάρευμα ή μικρούς ναύλους, αλλά συνήθως εξενυχτούσε στο κατώγι. Βλαστημάει, πεινάει, γεννάει παιδιά, δεν μπορεί να κοιμηθεί, φωνάζει στ᾿ ανώγια και στα κατώγια της γης και φοβερίζει. κατωκόρμι το: το κάτω μέρος του γυναικείου ενδύματος· αντιθ.
Ἀπὸ τὴν περηφάνια του, κι ἀπὸ τὴ λεβεντιά του / Δὲν πάει στὰ κατώμερα, νὰ καλοξεχειμωνιάσει / Μόν᾿ μένει πάνω στὰ βουνά, ψηλὰ στὰ κορφοβούνια. κατώφλι το: μακρόστενη πλάκα από πέτρα ή από ξύλο, που ενώνει τις πλαϊνές παραστάδες στο κάτω μέρος του ανοίγματος της πόρτας. : Και πάλι κίνησα να ᾿ρθώ, Χριστέ μου, στην αυλή σου, / να σκύψω στα κατώφλια σου τα τρισαγαπημένα, / οπού με πόθο αχόρταγο τα λαχταρεί η ψυχή μου. : Πώς θ᾿ άνοιγα μια πόρτα όταν δε θα ᾿τανε για να σε συναντήσω / πώς να διαβώ ένα κατώφλι αφού δε θα ᾿ναι για να σε βρω < μσν. Καυκάκι το: τοπωνύμιο της περιοχής με τρεχούμενο νερό, στο μέρος υπήρχε βρύση με φυσική ροή.
καυκαλήθρα η: άγριο χόρτο εξαιρετικής ποιότητας, με ευχάριστο άρωμα· τορδύλιον το φαρμακευτικό, Tordylium Officinales – apulum). Χρησιμοποιείται περισσότερο στην παρασκευή χορτόπιτων και ως μυρωδικό αλλά τρώγεται και μόνο του ή βρασμένο μαζί με άλλα άγρια χόρτα. : Eναμίλλως ήνθουν το χαμαίμηλον και η καυκαλήθρα και η μολοχάνθη, τα αστεράκια και τα κιτρινούλια επρόβαλλον δειλώς τας ασθενείς κεφαλάς των εν μέσω της υπερκόμπου αφθονίας των κατερύθρων μηκώνων σημειούντων την υπεραιμίαν του έαρος. καυκαλιάζω: ρίχνω καυκαλιές, χτυπώ κάποιον στο κεφάλι, στο κρανίο, στο καύκαλο. : …σωστό κι ο νους με τον καιρό να ξεροκαυκαλιάζει. : Άιντε, πέρασες με, άγουρε, σ᾿ δίνω το καφτάνι μου / Άιντε, δεν το θέλω κόρη μου, δεν τα καταδέχομαι / Άιντε πέρασες με, νιούτσικε, σ᾿ δίνω και τα χειλη μου / Άιντε σαν αητός την άρπαξε, περά την απέρασε. : Τόνε πιάνουν Μουσουλμάνοι / του φορέσανε καφτάνι, / τον βαφτίζουν Μουχαμέτη / και του κάνουνε σουνέτι [:η περιτομή των Εβραίων και των μουσουλμάνων < τουρκ. : «Όντας είχαμαν και πίναμαν, Βασίλη, κυρ – Βασίλη, και τώρα που τα σώσαμαν, άι σιχτίρ καφίρη.» Επών. κάχτα η: το καρύδι, η κοκόσα (Κοζάνη). κάψα η: όταν ο ήλιος καίει πολύ, το κάμα, υπερβολική, ανυπόφορη ζέστη. Δημ.: …θα σ’ έρθει δίψα στην καρδιά και κάψα μέσ’ τ’ αχείλι, / θα θολωθούν τα μάτια σου τηράγοντα τις στράτες. : Σαν πέρασαν οι κάψες και πιάνουν οι βροχές, / καιρών ενάντιων ζάλες, ανέμων ταραχές.
καύκαλος ο & καυκαλιά η: δυνατό χτύπημα, σφαλιάρα, ράπισμα στο κεφάλι, καρπαζιά, σκαμπίλι. Έφαγε έναν καύκαλο, ήταν όλος δικός του. καύκαλο το: το κεφάλι, το κρανίο· κορυφή βουνού· το όστρακο της χελώνας, το κέλυφος των οστρακοδέρμων. : …ο καπετάν Μιχάλης, το άρπαξε, το ᾿στριψε και μαντιλόδεσε σφοχτά το χοντροκαύκαλο κεφάλι του.-…της έφερνε κάθε πρωί ένα καυκάλι κριθαρόψωμο κι ελιές κι ένα φλασκάκι κρασί.-…το ρούχο της άγγιξε το επανωκαύκαλο του χεριού του.-..κι ο ανεμοκάυκαλος ο αδερφός σου σε ξεπούλησε, απόμεινες πανί με πανί. – ...ή να σπαράζω αιώνια μέσα στο αιματερό σκοτεινό καύκαλο του παμπάλαιου πρόγονου. : «Τα σύκα θέλουνε δροσιά και τα κεράσια κάψα.» < μσν. καψερός, αξιολύπητος, καημένος, πολύπαθος, που του έχουν τύχει πολλές συμφορές στη ζωή του και γι΄ αυτό είναι άξιος του οίκτου και της συμπάθειάς μας. : καψαλή (αμνάς) η: η αραιόν έχουσα το έριον, η προβατίνα με αραιό μαλλί. : «Κάλλιο Μάρτης καψαλιάρης παρά Μάρτης καρβουνιάρης.» Βλ. & κάψα η. καψαλίζω: καίω κάτι με τη φλόγα της φωτιάς, επιφανειακά ή απλώς στις άκρες· τσουρουφλίζω. : Βόδια πολλά ᾿στρωσαν στη γης με τους λαιμούς κομένους, / πρόβατα ασπρόμαλλα πολλά κι ακροπατούσες γίδες· / κι ένα σωρό καψάλιζαν καλόθρεφτα γουρούνια < καψάλ(α) -ίζω. καψαλιά η: τόπος που κάηκε για να γίνει χωράφι, μέρος με καμένα δέντρα. Δημ.: Κι οπόβρει ξάστερο νερό, θολώνει και το πίνει, / κι οπόβρει μαύρη καψαλιά, θα κάτσει να βοσκήσει, / κι οπόβρει μαύρο κούτσουρο, θα κάτσει να λαλήσει.
| Ελληνικά | Αγγλικά | Προτεινόμενη χρήση | Γεύση | Κυρίαρχο χρώμα |
|---|---|---|---|---|
| Πορτοκάλι | Orange | Χυμός, smoothie | Γλυκόξινη | Πορτοκαλί |
| Μανταρίνι | Tangerine | Χυμός, φρέσκο | Γλυκιά | Πορτοκαλί |
| Καρπούζι | Watermelon | Φρέσκο, smoothie | Γλυκό, δροσερό | Κόκκινο/Πράσινο |
| Λεμόνι | Lemon | Χυμός, αρωματισμός | Ξινή | Κίτρινο |
: «Λαγός πηδάει τα κάψαλα, λαφίνα τα χαντάκια» (Η φωτιά). κάψη η: κάψα, το κάμα, υπερβολική ζέστη, καύσωνας, λιοπύρι. : Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀγῶνες ἐκεινῶν ὁποῦ ῾χα μαζί μου καὶ πολεμοῦσαν εἰς τὴν κάψη τοῦ ἥλιου καὶ εἰς τὸ πάγος τοῦ χειμῶνος < μσν. καψερός ο -η -ο: αυτός που έχει «καεί» από τη μοίρα, από ατυχή γεγονότα και συγκυρίες της ζωής, κακόμοιρος, κακορίζιοκος, καψαλιάρης, αξιολύπητος. : …κερα-καπτάνισσα έπρεπε να λέγαν τη μάνα του την καψαρή, που την κατάλυσαν τα βάσανα κ᾿ οι φτώχειες. : Είχαν κάτι κολοκύθια κατακίτρινα, γεροντιασμένα, τα ζήλεψε ο καψαρός. Τον είδαν αυτοί και του διάλεξαν ένα μεγάλο, να το πάρει μαζί του. «Θα φκιάστε μια κολοκυθόπιτα να γλείφετε τα δάχτυλά σας», του είπαν. εψιθύρισεν ο τελωνοφύλακας, μόλις είδε τον ζητιάνο να πλησιάζη.
Έλα κοντά και θα καλοπεράσης, καψούλη < κάψα η. καψίλι το: καψούλι < κάψουλα η < κάψουλα: ιταλ. καψο-: συνθετικό ονομάτων και ρημάτων με τη σημασία της έλλειψης, φτώχειας, της δυσκολίας, της ταλαιπωρίας, λ.χ.
Η Ευρωπαϊκή του ονομασία είναι Crested lark, ενώ στην Κύπρο είναι γνωστός με το όνομα Σκορταλλός. : κατσουλόπετος: αγριοπετεινός, εκ του λοφίου της κεφαλής αυτού· και κατσουλογιάννης· αλλαχού τσαλαπετεινός. : κατσουλογιάννης ο: μικρό πτηνόν τι με κοσύμβην (κατσιούλι), επί της κεφαλής, ο κατσουλιέρης, ο κορυδαλλός. κατσουλωτός -η -το: που έχει το σχήμα της κατσιούλας, καμπυλωτός, καυκαλοειδής. : «Διάφορο κατσουλωτό και ζημιά ολοστρόγγυλη» < Βλ.
& κατσιούλα η. κατσούφης ο & κατσούφα η: κακόκεφος, σκυθρωπός, κατηφής. Να μην δω κατσούφηδες γιατί θα τους απολύσω», διεμήνυσε στους συνεργάτες του χειροκροτούμενος. Ήταν κατσούφηδες και δαγκωνόντουσαν για τη φετινή κούρσα. : Το λένε στα σπίτια και στα μαγαζιά κι ολούθε.
Κι ούτε κανένας λογαριάζει πια τις φάτσες των Γερμανών και Ιταλών, που τριγυρνούνε πολύ κατσούφηδες στους δρόμους. κατσουφιάζω: γίνομαι κατσούφης, χάνω το κέφι, την καλή διάθεση, σκυθρωπιάζω. Ήταν πια βέβαιος ότι το παιδί υστερεί στα μαθηματικά. Θα έπρεπε να μιλήσει στους γονείς του. Ο ανακριτής κατσούφιασε και άπλωσε διστακτικά το χέρι του προς το καπέλο του < ελνστ. καψοζώ, ζω φτωχικά, δύσκολα, στερημένα. Λ.χ. καψονίκος, ο φτωχός, καημένος Νίκος, ο φουκαράς, αυτός που τραβάει πολλά, έχει χίλια βάσανα, καψομάνα, καψοπατέρας, καψοπαίδι, καψοκόρη, καψοπορεύω: πορεύω δύσκολα. : -Πώς να πορευτούν τα καψοπαίδια, τι να γένονται!, έλεγε κάθε τόσο η βάβω. – Αυτό το καψοπαίδι δεν κάνει κακό καμιανού, μοναχό του χτυπιέται και δέρνεται.
: Ἦτον μιὰ ζηλιάρα, καὶ σὰν εἶδε ποὺ ὁ ἄνδρας της εἶχε ἕνα γυναίκειο καύκαλο κλειδωμένο μὲς στὸ ἀρμάρι του, ἀπ᾿ τὴ μανία της τὸ ἔρριξε στὸ φοῦρνο καὶ τό ᾽καψε < μσν. καυκαλιά η: χτύπημα στο καύκαλο, στο κεφάλι. καυκί το: το ξύλινο ποτήρι, κούπα, ξύλινο δοχείο με το οποίο μετρούσαν το γάλα. Πάλιν τον καύκον έπιας, πάλιν τον νούν απώλεσας: πάλι ήπιες πολλά ποτήρια κρασί, πάλι έχασες το μυαλό σου. : «Το καυκί με την αράδα στο τραπέζι τριγυρίζει.» Πάλι τον καύκον έπιες, πάλιν τον νουν απώλεσας: πάλι ήπιες πολλά ποτήρια κρασί, πάλι έχασες το μυαλό σου σκωπτικό σύνθημα του κοινού στον Ιπποδρόμου για τον βυζαντινό αυτοκράτορα Φωκά (602-610) που ήταν μέθυσος. : Ολοημερίς αντήχαε το καψοκόνακο απ᾿ τους στριγγλιάρικους ήχους της. : Την καψορέγουνταν ο κυρ Χαρίλαος, και τη νύχτα έβαζε ένα σκαμνάκι κι ανέβαινε στο γιατάκι της.
ο ανεπρόκοπος, ο ανοικοκύρευτος, αυτός που δημιουργεί συνέχεια προβλήματα. : …συχνά έτρωγαν φασουλάδα, συνοδευόμενη από χωριάτικο καρδοβότανο (ψωμί) και άφθονα καψουκάρδια (κρεμμύδια).
Δημ.: Καρσί μου ήρθες κι έκατσες, απάνω στην πεζούλα / και κρέμασες τν αχείλα σου σα χταποδιού κατσούλα. : -Να τος, σαν διάολος με την κατσούλα!, έλεγαν οι γειτόνοι, που τον φοβόνταν κιόλας λίγο, επειδή ο Κατερίνης δεν αστειευόταν, άμα τον πείραζαν. : κατσιούλα η: η καλύπτρα, η κουκούλα, το επίκρανον. αναφέρει κατσούλα: σκέπασμα της κεφαλής και κατσιουλώνω: επικαλύπτω τινά < ρουμαν. κατσιούλι το: πανωφόρι με ενσωματωμένη κατσιούλα, κουκούλα.
κατσιποδιά η: γρουσουζιά, γκαντεμιά, εναντιότητα των περιστάσεων, αναποδιά, εμπόδιο, γκρίνια, ατυχία που οφείλεται σε δαιμονική επίδραση. Κατσιποδιές κι αναποδιές, η μοίρα μου, μου φέρνει· όλο κατσιποδιές του έρχονται πιθ. κατσιποδιάζω: αποτυχαίνω στις δουλειές, τις εργασίες μου. κατσίτε: κάτστε, να, ας κάτσετε, καθίστε, περιμένετε. κατσκέλι το: ελιγμός, απότομη, γρήγορη κίνηση και αλλαγή πορείας.
κατσούλιαντρος ο & τσιτσούλιαντρος ο: είδος τσαλαπετεινού, πουλί με λοφίο, μτφ. κατσουλιέρης ο / κατσουλίνος ο & κατσουλιέρα: ο τσαλαπετεινός, κορυδαλλός· βλ. & κατσούλιαντρος ο. Από τα πιο διαδεδομένα είδη κορυδαλλών, στενός συγγενής με την σταρήθρα, είναι ο κατσουλιέρης. Είναι ένα χαρακτηριστικό πουλί της ελληνικής υπαίθρου. καψονάρω: υποβάλλω κάποιον σε καψόνι, δοκιμασία, «τρέχω» κάποιον σκόπιμα ή χωρίς να το θέλων.
Ήταν τόσοι πολλοί οι στρατευμένοι που έφτιαχναν άσχετες εσωτερικές σκοπιές για να τους καψονάρουν και να τους ταράζουν στην «υπηρεσία». Τον περίμεναν για να τον καψονάρουν, να του σπάσουν το ηθικό. καψόνι το: σωματική η ψυχική δοκιμασία που επιβάλλεται συνήθως σε νεοσύλλεκτους στρατιώτες σε κέντρα εκπαίδευσης· ανεπίσημη τιμωρία που επιβάλλεται στο στρατό για σωφρονισμό και συνίσταται στην εκτέλεση πράξης που σκοπό έχει να ταλαιπωρήσει, να μειώσει ή να γελοιοποιήσει το στρατιώτη (Τριαντ.) Καψόνια στο στρατό: Δείτε τι παθαίνουν οι ανυποψίαστοι φαντάροι όταν κοιμούνται.